Μετάφραση του "pitraszenie" σε Ελληνικά

Οι μαγείρεμα, μαγειρική, παρασκευή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pitraszenie" σε Ελληνικά.

pitraszenie Noun noun γραμματική

rzecz. odczas. od: pitrasićKategoria:Zerwane miękkie przekierowaniaKategoria:Język polski - rzeczowniki odczasownikowe

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • μαγείρεμα

    noun
  • μαγειρική

    noun feminine
  • παρασκευή

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pitraszenie " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pitraszenie" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη