Μετάφραση του "plądrowanie" σε Ελληνικά
Το πλιάτσικο είναι η μετάφραση του "plądrowanie" σε Ελληνικά.
plądrowanie
noun
γραμματική
rzecz. rzeczownik odczas. odczasownikowy od → plądrować [..]
-
πλιάτσικο
noun neuterTakie jak miasto dowiadujące się o fuzji ze swoim śmiertelnym wrogiem i plądrującym wszystko na ulicach?
Όπως το να μάθει η πόλη ότι πρόκειται να συγχωνευθεί με τον χειρότερο εχθρό της και να κάνουν πλιάτσικο στους δρόμους.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " plądrowanie " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη