Μετάφραση του "polepszenie" σε Ελληνικά
Το βελτίωση είναι η μετάφραση του "polepszenie" σε Ελληνικά.
polepszenie
noun
neuter
γραμματική
rzecz. rzeczownik odczas. odczasownikowy od → polepszyć [..]
-
βελτίωση
noun feminineReporterzy pikietują na ulicach w celu polepszenia prawa prywatności źródeł.
Και οι δημοσιογράφοι κινητοποιήθηκαν για τη βελτίωση της νομοθετικής ασπίδας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " polepszenie " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "polepszenie" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
βελτίωση της στέγασης
-
βελτιώνω
-
βελτίωση · πρόοδος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη