Μετάφραση του "policja" σε Ελληνικά
Οι αστυνομία, Αστυνομία, τμήμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "policja" σε Ελληνικά.
policja
noun
feminine
γραμματική
instytucja państwowa mająca za zadanie ochronę obywateli przed przestępcami, wykrywanie przestępstw itp.; [..]
-
αστυνομία
noun femininepot. grupa policjantów [..]
Tom został zatrzymany przez policję.
Ο Τομ συνελήφθη από την αστυνομία.
-
Αστυνομία
Tom został zatrzymany przez policję.
Ο Τομ συνελήφθη από την αστυνομία.
-
τμήμα
noun neuterpot. budynek policji [..]
Pozwól mi pojechać po pomoc na komisariat policji.
Άσε με να πάω σε ένα αστυνομικό τμήμα και να φέρω βοήθεια.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ευπρέπεια
- κοσμιότητα
- Ασφάλεια
- αρχηγείο αστυνομίας
- αστυνομεύω
- γενική διεύθυνση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " policja " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "policja"
Φράσεις παρόμοιες με "policja" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Δικαστική Αστυνομία
-
μυστική αστυνομία
-
Ευρωπόλ
-
αστυνομική εξουσία (αρχή)
-
καλέσω
-
αστυνομία της γειτονιάς
-
τοπική αστυνομία
-
αστυνομικό δίκαιο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη