Μετάφραση του "polimer" σε Ελληνικά

Οι πολυμερή, πολυμερές είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "polimer" σε Ελληνικά.

polimer noun masculine γραμματική

chem. substancja chemiczna o bardzo dużej masie cząsteczkowej, składająca się z merów; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • πολυμερή

    Podpozycje te obejmują produkty otrzymywane z polimerów etylenu, propylenu lub chlorku winylu.

    Οι παρούσες διακρίσεις καλύπτουν επίσης τα προϊόντα από πολυμερή αιθυλενίου, προπυλενίου και χλωριούχου βινυλίου.

  • πολυμερές

    substancja chemiczna składająca się z wielokrotnie powtórzonych jednostek

    Podpozycje te obejmują produkty otrzymywane z polimerów etylenu, propylenu lub chlorku winylu.

    Οι παρούσες διακρίσεις καλύπτουν επίσης τα προϊόντα από πολυμερή αιθυλενίου, προπυλενίου και χλωριούχου βινυλίου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " polimer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "polimer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "polimer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη