Μετάφραση του "polityk" σε Ελληνικά
Οι πολιτικός, πολιτικός άνδρας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "polityk" σε Ελληνικά.
polityk
noun
masculine
γραμματική
osoba zajmująca się polityką [..]
-
πολιτικός
noun common masculineπρόσωπο που εμπλέκεται στα πολιτικά, πρόσωπο που κατέχει ή αναζητεί θέσεις σε κυβέρνηση [..]
Udana polityka zrównoważonego rozwoju wymaga także integracji pionowej.
Μια επιτυχής πολιτική βιωσιμότητας πρέπει επίσης να είναι κάθετα ολοκληρωμένη.
-
πολιτικός άνδρας
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " polityk " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "polityk"
Φράσεις παρόμοιες με "polityk" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πολιτιστική πολιτική
-
μισθολογική πολιτική
-
πολιτικά · πολιτική · πρόγραμμα
-
στεγαστική πολιτική
-
πολιτική για τον κατασκευαστικό τομέα · πολιτική κτιριακών έργων
-
περιφερειακή πολιτική
-
βιομηχανική πολιτική
-
πολιτική στον τομέα της έρευνας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη