Μετάφραση του "praca" σε Ελληνικά

Οι εργασία, έργο, δουλειά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "praca" σε Ελληνικά.

praca noun feminine γραμματική

wykonywanie jakiejś czynności, służącej uzyskaniu dóbr; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • εργασία

    noun feminine

    działalność człowieka [..]

    Ale jego osiągnięcia, jego bezinteresowna praca i jego marzenia wskazują nam jasną drogę.

    Αλλά τα επιτεύγματα, η ανιδιοτελής εργασία και τα όνειρά του μας δείχνουν τον δρόμο προς τα εμπρός.

  • έργο

    noun neuter

    Autorzy i wydawcy pragną otrzymywać za swoją pracę wynagrodzenie pieniężne.

    Συγγραφείς και εκδότες θέλουν να λαμβάνουν οικονομική ανταμοιβή για το έργο τους.

  • δουλειά

    noun feminine

    Co jest dla ciebie ważniejsze - ja czy twoja praca ?

    Τι είναι πιο σημαντικό για σένα, εγώ ή η δουλειά σου;

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αγγαρεία
    • άθλος
    • απασχόληση
    • επάγγελμα
    • Έργο
    • πόστο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " praca " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Praca
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Εργασία

    Zestawienie dochodów i wydatków Europejskiej Agencji Bezpieczeństwa i Zdrowia w Pracy na rok budżetowy 2018

    Κατάσταση εσόδων και δαπανών του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία για το οικονομικό έτος 2018

Εικόνες με "praca"

Φράσεις παρόμοιες με "praca" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "praca" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη