Μετάφραση του "prekursor" σε Ελληνικά

Οι πρόδρομος, γεννήτορας, προπομπός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "prekursor" σε Ελληνικά.

prekursor Noun noun masculine γραμματική

osoba, która w danej dziedzinie wyprzedza innych, zwiastuje jakiś nowy kierunek, okres itp. [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • πρόδρομος

    noun masculine

    osoba, która w danej dziedzinie wyprzedza innych, zwiastuje jakiś nowy kierunek, okres itp.;

    Produkcja nielegalnych narkotyków nie jest faktycznie możliwa bez prekursorów.

    Στην πραγματικότητα, δεν είναι δυνατόν να παραχθούν ναρκωτικές ουσίες χωρίς τη χρήση προδρόμων.

  • γεννήτορας

    noun masculine
  • προπομπός

    noun masculine

    Chorwacja będzie tym samym pełnić rolę prekursora tego nowego procesu integracji i rozwoju.

    Κατ' αυτόν τον τρόπο θα διαδραματίσει στρατηγικό ρόλο ως προπομπός της νέας αυτής διαδικασίας ολοκλήρωσης και ανάπτυξης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " prekursor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "prekursor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη