Μετάφραση του "pretekst" σε Ελληνικά

Οι δικαιολογία, ευκαιρία, η πρόφαση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pretekst" σε Ελληνικά.

pretekst Noun noun masculine γραμματική

powód, który ukrywa rzeczywistą przyczynę

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • δικαιολογία

    noun feminine

    Chciałabym mieć dobry pretekst, ale to tylko czysta ciekawość.

    Εύχομαι να είχα μια καλή δικαιολογία, αλλά είναι απλά περιέργια.

  • ευκαιρία

    noun feminine

    Każde wyjście, każda czynność były kolejnym pretekstem do seksu.

    Όπου κι αν πηγαίναμε, ότι κι αν κάναμε ήταν ευκαιρία να κάνουμε σέξ.

  • η πρόφαση

    Socjaliści sprzeciwili się przyjęciu tej dyrektywy pod pretekstem, że w jej zakresie nie uwzględniono niektórych kategorii pracowników.

    Οι σοσιαλιστές διαφώνησαν με αυτήν την οδηγία με την πρόφαση ότι το πεδίο εφαρμογής της απέκλειε ορισμένες κατηγορίες.

  • το πρόσχημα

    Używając przepisów o przejrzystości jako pretekstu, sprawozdanie próbuje zatuszować bezpośrednią interwencję monopoli.

    το πρόσχημα των κανόνων διαφάνειας η Έκθεση προσπαθεί να εξωραΐσει την άμεση παρέμβαση των μονοπωλίων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pretekst " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pretekst" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη