Μετάφραση του "prezbiter" σε Ελληνικά
Οι πρεσβύτερος, Πρεσβύτερος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "prezbiter" σε Ελληνικά.
prezbiter
Noun
noun
masculine
γραμματική
rel. duchowny drugiego stopnia święceń w chrześcijaństwie; [..]
-
πρεσβύτερος
-
Πρεσβύτερος
ksiądz w wyznaniach chrześciańskich
W artykule czytamy, że „lata 1950-2000 to dla księży i prezbiterów najgorsze półwiecze”.
Το άρθρο επισημαίνει ότι «η περίοδος 1950-2000 ήταν η χειρότερη πεντηκονταετία για τους ιερείς και τους πρεσβυτέρους».
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " prezbiter " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη