Μετάφραση του "priapizm" σε Ελληνικά
Οι πριαπισμός, Πριαπισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "priapizm" σε Ελληνικά.
priapizm
noun
masculine
ciągotka; długotrwałe, bolesne usztywnienie członka;
-
πριαπισμός
noun masculineTwoja dolegliwość to priapizm, zazwyczaj wywołany przedawkowaniem tabletek na erekcję.
Η κατάστασή σου καλείται πριαπισμός, και συνήθως προκαλείται από υπερβολική δόση διεγερτικών.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " priapizm " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Priapizm
-
Πριαπισμός
Priapizm Istnieją doniesienia o przypadkach priapizmu wywołanych przez leki o działaniu blokującym receptory alfa-adrenergiczne
Πριαπισμός Τα φάρμακα με ανασταλτική δράση στους α-αδρενεργικούς υποδοχείς έχουν αναφερθεί ότι προκαλούν πριαπισμό
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη