Μετάφραση του "priorytet" σε Ελληνικά
Το προτεραιότητα είναι η μετάφραση του "priorytet" σε Ελληνικά.
priorytet
Noun
noun
masculine
γραμματική
pierwszeństwo przysługujące czemuś [..]
-
προτεραιότητα
noun femininepierwszeństwo przysługujące czemuś
W sprawozdaniu stwierdza się wyraźnie, że priorytetem w budowaniu pogłębionej unii walutowej jest reforma na szczeblu krajowym.
Η έκθεση καθιστά σαφές ότι προτεραιότητα για την εμβάθυνση της νομισματικής ένωσης είναι οι μεταρρυθμίσεις σε εθνικό επίπεδο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " priorytet " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "priorytet" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
περιβαλλοντική προτεραιότητα
-
προτεραιότητα κεντρικού υπολογιστή
-
οικονομική προτεραιότητα
-
ενημέρωση υψηλής προτεραιότητας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη