Μετάφραση του "proca" σε Ελληνικά

Οι σφεντόνα, καταπέλτης, Σφεντόνα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "proca" σε Ελληνικά.

proca noun feminine γραμματική

broń, z której po zamachnięciu się można wystrzeliwać kamienie lub inne pociski; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • σφεντόνα

    noun feminine

    broń, z której po zamachnięciu się można wystrzeliwać kamienie lub inne pociski; [..]

    George powiedział, że Dennis wstrzelił mu aspirynę w usta z procy.

    O Nτένις τού έριξε μια ασπιρίνη με σφεντόνα.

  • καταπέλτης

    noun masculine

    broń, z której po zamachnięciu się można wystrzeliwać kamienie lub inne pociski;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " proca " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Proca
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Σφεντόνα

    Proca pojawia się w egipskiej i asyryjskiej sztuce z czasów biblijnych.

    Η σφεντόνα απεικονίζεται τόσο στα αιγυπτιακά όσο και στα ασσυριακά έργα τέχνης των Βιβλικών χρόνων.

Εικόνες με "proca"

Φράσεις παρόμοιες με "proca" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "proca" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη