Μετάφραση του "programista" σε Ελληνικά

Οι προγραμματιστής, προγραμματίστρια, προγραμματιστής λογισμικού είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "programista" σε Ελληνικά.

programista noun masculine γραμματική

inform. osoba, zajmująca się pisaniem programów komputerowych; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • προγραμματιστής

    noun masculine

    osoba pisząca oprogramowanie [..]

    Mój chłopak jest programistą i ma twój plakat nad łóżkiem.

    Το αγόρι μου είναι προγραμματιστής και έχει αφίσα πάνω από το κρεβάτι του.

  • προγραμματίστρια

    noun feminine

    Określenie jej jako pierwszego programisty nie jest chronologicznie.

    Δεν είναι, ιστορικά, απόλυτα ακριβές ότι αυτή είναι η πρώτη προγραμματίστρια,

  • προγραμματιστής λογισμικού

    W czasie procesu bezrobotny, ale jako wcześniejszy zawód wpisano " programista ".

    'νεργος όταν έγινε η δίκη, αλλά στην προηγούμενη εργασία του έβαλε " προγραμματιστής λογισμικού ".

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " programista " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "programista" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "programista" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη