Μετάφραση του "propen" σε Ελληνικά

Οι Προπένιο, προπένιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "propen" σε Ελληνικά.

propen noun masculine γραμματική

chem. organiczny związek chemiczny z szeregu homologicznego alkenów, bezbarwny gaz; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Προπένιο

    związek chemiczny

    Gazy (ropa naftowa), gaz suchy z depropanizera, bogaty w propen; gaz z ropy naftowej

    Αέρια (πετρελαίου), ξηρά από αποπροπανιωτήρα, πλούσια σε προπένιο· πετρελαϊκό αέριο

  • προπένιο

    noun neuter

    Gazy (ropa naftowa), gaz suchy z depropanizera, bogaty w propen; gaz z ropy naftowej

    Αέρια (πετρελαίου), ξηρά από αποπροπανιωτήρα, πλούσια σε προπένιο· πετρελαϊκό αέριο

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " propen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "propen"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "propen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη