Μετάφραση του "psalm" σε Ελληνικά

Το ψαλμός είναι η μετάφραση του "psalm" σε Ελληνικά.

psalm noun masculine γραμματική

rel. biblijny utwór modlitewno-hymniczny; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ψαλμός

    noun masculine

    liryczny utwór modlitewny, rodzaj pieśni religijnej;

    Następnie niektórzy przechodzą do napisanych pięknym stylem i pełnych mądrości ksiąg poetyckich — Psalmów, Przysłów i Kaznodziei.

    Έπειτα, μερικοί προχωρούν στα ποιητικά βιβλία που βρίθουν σοφίας και όμορφων εκφράσεων—τους Ψαλμούς, τις Παροιμίες και τον Εκκλησιαστή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " psalm " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "psalm" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "psalm" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη