Μετάφραση του "psychiczny" σε Ελληνικά

Οι διανοητικός, νοητικός, πνευματικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "psychiczny" σε Ελληνικά.

psychiczny adjective noun masculine γραμματική

związany z psychiką i procesami w niej zachodzącymi [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • διανοητικός

    adjective masculine

    Każdy ma prawo do poszanowania jego integralności fizycznej i psychicznej.

    Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στη σωματική και διανοητική του ακεραιότητα.

  • νοητικός

    adjective masculine

    Lecz nawet partia, nie może odpowiadać za fakt zaburzeń psychicznych.

    Αλλά ακόμη και το κόμμα δεν μπορεί να είναι υπεύθυνο για τις πράξεις ενός νοητικά καθυστερημένου.

  • πνευματικός

    adjective masculine

    Nigdy nikt nie napełnił mnie taką odrazą pod względem psychicznym równocześnie tak bardzo pociągając mnie fizycznie.

    Ποτέ δεν έχω νιώσει τέτοια πνευματική απώθηση και σωματική έλξη για κάποιον ταυτόχρονα.

  • ψυχικός

    adjective

    Skoro byli w jej domu, mogli użyć jej śladów psychicznych.

    Αν πήγαν στο σπίτι της μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα ψυχικά της ιζήματα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " psychiczny " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "psychiczny" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "psychiczny" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη