Μετάφραση του "ratownik" σε Ελληνικά

Το ναυαγοσώστης είναι η μετάφραση του "ratownik" σε Ελληνικά.

ratownik noun masculine γραμματική

osoba niosąca pomoc w nagłej sytuacji [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ναυαγοσώστης

    noun masculine

    Jestem promotorem dwóch doktorantów i zawodowym ratownikiem na basenie.

    Επιβλέπω δύο υποψήφιους διδάκτορες και είμαι ο ναυαγοσώστης της σχολής στην πισίνα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ratownik " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "ratownik"

Φράσεις παρόμοιες με "ratownik" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ratownik" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη