Μετάφραση του "roaming" σε Ελληνικά

Το περιαγωγή είναι η μετάφραση του "roaming" σε Ελληνικά.

roaming Noun noun masculine γραμματική

zagraniczna usługa GSM [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • περιαγωγή

    noun feminine

    Operatorzy sieci łączności ruchomej uwzględniają wszystkie uzasadnione wnioski o hurtowy dostęp do usług roamingu.

    Οι πάροχοι περιαγωγής δικτύων κινητών επικοινωνιών ικανοποιούν όλα τα εύλογα αιτήματα για πρόσβαση σε περιαγωγή χονδρικής.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " roaming " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "roaming" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "roaming" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη