Μετάφραση του "router" σε Ελληνικά

Οι δρομολογητής, Δρομολογητής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "router" σε Ελληνικά.

router Noun noun masculine γραμματική

inform. urządzenie sieciowe łączące ze sobą użytkowników różnych sieci, pełniące rolę węzła komunikacyjnego; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • δρομολογητής

    noun masculine

    W ramach sieci można używać urządzenia router w celu zapewnienia, że przesłany sygnał otrzyma właściwy odbiorca.

    Εντός του δικτύου, μπορεί να χρησιμοποιείται δρομολογητής για να εξασφαλίζεται ότι το μεταδιδόμενο σήμα λαμβάνεται από τον ορθό λήπτη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " router " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Router
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Δρομολογητής

    ηλεκτρονική συσκευή η οποία αναλαμβάνει την αποστολή και λήψη πακέτων δεδομένων

    W ramach sieci można używać urządzenia router w celu zapewnienia, że przesłany sygnał otrzyma właściwy odbiorca.

    Εντός του δικτύου, μπορεί να χρησιμοποιείται δρομολογητής για να εξασφαλίζεται ότι το μεταδιδόμενο σήμα λαμβάνεται από τον ορθό λήπτη.

Εικόνες με "router"

Φράσεις παρόμοιες με "router" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "router" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη