Μετάφραση του "sofa" σε Ελληνικά

Οι καναπές, Καναπές είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sofa" σε Ελληνικά.

sofa Noun noun feminine γραμματική

rodzaj niskiej kanapy

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • καναπές

    noun masculine

    mebel, na którym można leżeć, siedzieć lub spać [..]

    Ta sofa jest niewygodna.

    Ο καναπές είναι άβολος.

  • Καναπές

    Ta sofa jest niewygodna.

    Ο καναπές είναι άβολος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sofa " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "sofa"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sofa" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη