Μετάφραση του "sosnowy" σε Ελληνικά

Το πεύκο είναι η μετάφραση του "sosnowy" σε Ελληνικά.

sosnowy adjective masculine γραμματική

składający się z sosny [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • πεύκο

    noun neuter

    Mówię ci, człowieku, ona ma sosnowy odświeżacz pod bielizną.

    Στο λέω ότι είχε αποσμητικό πεύκο στις κιλότες της.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sosnowy " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sosnowy" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη