Μετάφραση του "specjalny" σε Ελληνικά

Οι ειδικός, ιδιαίτερος, ξεχωριστός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "specjalny" σε Ελληνικά.

specjalny adjective noun masculine γραμματική

odnoszący się do wybranego przedmiotu, zagadnienia lub osoby [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ειδικός

    adjective masculine

    Po niedługim czasie otrzymałem zaproszenie do usługiwania w charakterze pioniera specjalnego.

    Κατόπιν, έλαβα την πρόσκληση να υπηρετήσω ως ειδικός σκαπανέας.

  • ιδιαίτερος

    adjective masculine

    Umiem odróżnić obłąkanego od osoby specjalnej, która widzi rzeczy nie z tego świata.

    Ξέρω πως να αναγνωρίσω την τρέλα και μπορώ να δω τη διαφορά σε κάποιον που είναι ιδιαίτερος.

  • ξεχωριστός

    adjective

    Muszę przyznać, Chuck, jesteś naprawdę najbardziej specjalnym agentem z jakim kiedykolwiek pracowałem.

    Πρέπει να στο πω, Τσακ, είσαι αληθινά, ο πιο ξεχωριστός πράκτορας που έχω δουλέψει μαζί του.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • άριστος
    • έκτακτος
    • σπεσιαλιτέ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " specjalny " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "specjalny" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "specjalny" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη