Μετάφραση του "spoiwo" σε Ελληνικά
Οι αυτοκόλλητο, κολλητική ουσία, κόλλα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "spoiwo" σε Ελληνικά.
spoiwo
Noun
noun
neuter
γραμματική
materiał łączący składniki całości [..]
-
αυτοκόλλητο
Noun -
κολλητική ουσία
-
κόλλα
noun feminineTwoja matka była spoiwem który trzymał tę rodzinę razem.
'Ηταν η κόλλα που κρατούσε ενωμένη την οικογένεια.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- συγκολλητικό
- συγκολλητικό υλικό
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " spoiwo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "spoiwo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συγκολλώ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη