Μετάφραση του "sprawny" σε Ελληνικά

Οι αποτελεσματικός, επιτήδειος, ευκίνητος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sprawny" σε Ελληνικά.

sprawny adjective masculine γραμματική

o urządzeniu taki, który działa lub działa prawidłowo (zgodnie z przeznaczeniem) [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποτελεσματικός

    adjective

    Był tak samo sprawny i ostrożny, kiedy ją gwałcił, jak wtedy, kiedy ją zabijał.

    Ήταν τόσο προσεκτικός και αποτελεσματικός βιάζοντας την, όσο και όταν την σκότωνε.

  • επιτήδειος

    adjective masculine
  • ευκίνητος

    adjective
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εύκαμπτος
    • εύστροφος
    • σβέλτος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sprawny " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sprawny" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη