Μετάφραση του "stanowczy" σε Ελληνικά

Οι ρητός, ανυποχώρητος, αποφασιστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stanowczy" σε Ελληνικά.

stanowczy Adjective adjective γραμματική

taki, który potrafi podjąć kategoryczną decyzję, pozbawiony wahań i wątpliwości [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ρητός

    adjective masculine

    προφορικός

  • ανυποχώρητος

    Adjective
  • αποφασιστικός

    adjective

    Na północy nie ma silniejszego, bardziej mocarnego i stanowczego, aniżeli potężny dąb Cassel.

    Στον βορρά δεν υπάρχει κανείς πιο δυνατός κανείς πιο ισχυρός, κανείς πιο αποφασιστικός από τον τρανό Κασέλ.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • θετικός
    • κατηγορηματικός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stanowczy " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stanowczy" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη