Μετάφραση του "stary" σε Ελληνικά

Οι παλιός, αρχαίος, γέρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stary" σε Ελληνικά.

stary adjective noun masculine γραμματική

mający wiele lat, niemłody [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • παλιός

    adjective masculine

    Gdy śmierć naprawdę przyjdzie, przyjdzie jak stara znajoma.

    ́ Οταν έρθει πραγματικά ο θάνατος, θα έρθει σαν παλιός φίλος.

  • αρχαίος

    adjective masculine

    Jest stary mit, że kosmici wylądowali tam wieki temu.

    Ένας αρχαίος μύθος λέει ότι οι εξωγήινοι προσγειώθηκαν εκεί.

  • γέρος

    noun masculine

    I może powie, czemu ktoś tak stary nadal pracuje.

    Αυτή θα ξέρει. Ναι και ίσως να μας πει γιατί κάποιος τόσο γέρος, δουλεύει ακόμα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ηλικιωμένος
    • αρχαία
    • παλαιός
    • πρώην
    • τέως
    • γηραιός
    • γριά
    • γριά γέρικο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stary " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Stary

Stary, gdzie moja bryka?

+ Προσθήκη

"Stary" στο λεξικό Πολωνικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Stary στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "stary"

Φράσεις παρόμοιες με "stary" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • παλαιού τύπου
  • ανώτερος
  • Παλαιά Διαθήκη
  • OBAN Τα Αστρόπλοια του Γαλαξία
  • αρχαίος · γέρος · γριά γέρικο · ηλικιωμένος · παλιός · πρώην · τέως
  • αρχαίος · γέρος · γριά γέρικο · γυναίκα · ηλικιωμένος · παλιός · πρώην · τέως
  • Σκιπίων
  • Γηραιότερο εν ζωή πρόσωπο στον κόσμο · Γηραιότερο πρόσωπο στον κόσμο
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stary" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη