Μετάφραση του "stoper" σε Ελληνικά

Το χρονόμετρο είναι η μετάφραση του "stoper" σε Ελληνικά.

stoper Noun noun masculine γραμματική

techn. sport. urządzenie do mierzenia odstępu czasu z dokładnością do ułamków sekundy [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • χρονόμετρο

    noun

    Jeśli włamanie się tyle ci zajmuje to sobą za tobą nie będzie miała stopera.

    Αν αργείς να την ανοίξεις, αυτός που θα στέκεται πίσω σου δεν θα κρατά χρονόμετρο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stoper " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "stoper"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stoper" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη