Μετάφραση του "stroboskop" σε Ελληνικά

Το στροβοσκόπιο είναι η μετάφραση του "stroboskop" σε Ελληνικά.

stroboskop Noun noun masculine γραμματική

techn. lampa emitująca krótkie błyski światła o dużym natężeniu [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • στροβοσκόπιο

    noun

    A skąd w ogóle wzięłaś te stroboskopy?

    Και πού στο διάολο βρήκες ένα υπέρυθρο στροβοσκόπιο;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stroboskop " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stroboskop" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη