Μετάφραση του "stromy" σε Ελληνικά

Οι απότομος, γρήγορος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stromy" σε Ελληνικά.

stromy adjective masculine γραμματική

nachylony pod dużym kątem w stosunku do poziomu, podłoża [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • απότομος

    de weg is steil masculine

    Było stromo, ale Darvell wspinał się mimo to.

    Ο δρόμος ήταν απότομος, αλλά ο Νταρβέλ συνέχιζε να σκαρφαλώνει.

  • γρήγορος

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stromy " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "stromy"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stromy" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη