Μετάφραση του "surowy" σε Ελληνικά

Οι ωμός, ακατέργαστος, ανεπεξέργαστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "surowy" σε Ελληνικά.

surowy adjective masculine γραμματική

taki, który bezwzględnie wymaga wykonania jakiejś czynności, przestrzegania jakichś zasad, nieuznający sprzeciwu, wymagający, bezwzględny, niewyrozumiały; także będący wyrazem tej cechy [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ωμός

    adjective masculine

    kulin. kulinaria taki, który nie jest ugotowany, usmażony lub upieczony [..]

    Jeśli zdobędziemy łososia, po prostu gryźmy na środku, pomimo że jest surowy.

    Όταν πιάσουμε έναν σολωμό, πρέπει να τον δαγκώσουμε στην μέση αν και είναι ωμός.

  • ακατέργαστος

    adjective masculine

    Złoto w stanie surowym lub półproduktu, lub w postaci proszku

    Χρυσός, ακατέργαστος ή σε ημικατεργασμένες μορφές ή σε σκόνη

  • ανεπεξέργαστος

    adjective masculine

    Kora drzew (surowa, suszona lub sproszkowana; nieprzetworzona)

    Φλοιός δένδρων (πρωτογενής, αποξηραμένος ή κονιοποιημένος· ανεπεξέργαστος)

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • άψητος
    • αμαγείρευτος
    • απαίσιος
    • αυστηρός
    • δεινός
    • σκληρός
    • σοβαρός
    • τρομερός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " surowy " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "surowy"

Φράσεις παρόμοιες με "surowy" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "surowy" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη