Μετάφραση του "szafot" σε Ελληνικά

Το ικρίωμα είναι η μετάφραση του "szafot" σε Ελληνικά.

szafot noun Noun masculine γραμματική

hist. rodzaj podwyższenia, na którym wykonywano publiczne egzekucje; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ικρίωμα

    noun neuter

    rodzaj podwyższenia, na którym wykonywano publiczne egzekucje;

    Wierzy w to, że lud Anglii wkrótce powstanie i poprowadzi tę obmierzłą kreaturę na szafot.

    Πιστεύει ότι ο λαός της Αγγλίας σύντομα θα ξεσηκωθεί και θα τον φέρει στο ικρίωμα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " szafot " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "szafot"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "szafot" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη