Μετάφραση του "talizman" σε Ελληνικά

Οι φυλαχτό, ψευτοστολίδι, χαϊμαλί είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "talizman" σε Ελληνικά.

talizman noun masculine γραμματική

ezot. przedmiot, któremu przypisuje się magiczną moc przynoszenia szczęścia jego posiadaczowi; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • φυλαχτό

    noun neuter

    Jeden z rabusi miał ten talizman w dłoni.

    Ο ληστής είχε το φυλαχτό στο χέρι του.

  • ψευτοστολίδι

    noun neuter
  • χαϊμαλί

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " talizman " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "talizman" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη