Μετάφραση του "tapeta" σε Ελληνικά
Το ταπετσαρία είναι η μετάφραση του "tapeta" σε Ελληνικά.
tapeta
noun
feminine
γραμματική
bud. kolorowy lub wzorzysty papier, którym dekoruje się wewnętrzne ściany pomieszczeń; [..]
-
ταπετσαρία
noun feminineOboje wiemy, że ten szmatławiec nadaje się tylko na tapetę.
Όλοι ξέρουμε πως η φυλλάδα δεν αξίζει ούτε για ταπετσαρία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " tapeta " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "tapeta"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη