Μετάφραση του "teatr" σε Ελληνικά
Οι θέατρο, αίθουσα, θεατρικό επάγγελμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "teatr" σε Ελληνικά.
teatr
noun
masculine
γραμματική
teatr. dziedzina sztuki, w której utwory są przedstawiane publiczności przez aktorów odgrywających role według scenariusza (dramatu); [..]
-
θέατρο
noun neuterκτίριο ή άλλη δομή, στην οποία πραγματοποιούνται θεατρικές ή άλλες παραστάσεις [..]
Szef misji przyjmuje odpowiedzialność za misję oraz sprawuje nad nią dowództwo i kontrolę w teatrze działań.
O Αρχηγός Αποστολής είναι υπεύθυνος να διοικεί και ελέγχει την αποστολή στο θέατρο των επιχειρήσεων.
-
αίθουσα
nounZaoferował mi kontrakt w Londynie w największych teatrach.
Μου προσέφερε ένα συμβόλαιο για το Λονδίνο να δουλεύω σε μεγάλη αίθουσα!
-
θεατρικό επάγγελμα
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " teatr " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "teatr"
Φράσεις παρόμοιες με "teatr" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
θέατρο επιχειρήσεων
-
Θέατρο Σκιών
-
Θέατρο του Παραλόγου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη