Μετάφραση του "tiret" σε Ελληνικά

Το παύλα είναι η μετάφραση του "tiret" σε Ελληνικά.

tiret noun neuter

praw. jednostka redakcyjna tekstu prawnego, oznaczana krótką poziomą kreską przypominającą półpauzę; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • παύλα

    noun feminine

    W ustępie 1 tiret drugie otrzymuje następujące brzmienie:

    Στην παράγραφο 1, η δεύτερη παύλα αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tiret " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tiret" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη