Μετάφραση του "tkaczka" σε Ελληνικά

Οι υφάντρια, ανυφάντρα, υφαντής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tkaczka" σε Ελληνικά.

tkaczka noun feminine γραμματική

rzem. kobieta, która pracuje przy wyrobie tkanin

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • υφάντρια

    noun feminine

    kobieta, która pracuje przy wyrobie tkanin

  • ανυφάντρα

    Noun feminine

    kobieta, która pracuje przy wyrobie tkanin

  • υφαντής

    noun masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • υφαντουργός
    • ανυφάντρα υφαντουργός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tkaczka " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "tkaczka"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tkaczka" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη