Μετάφραση του "transport" σε Ελληνικά
Οι μεταφορά, διακίνηση, μεταφορές είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "transport" σε Ελληνικά.
ogół działań związanych z przemieszczaniem towarów i/lub ludzi za pomocą środków lokomocji; [..]
-
μεταφορά
noun feminineogół działań związanych z przemieszczaniem towarów i/lub ludzi za pomocą środków lokomocji; [..]
Zakazuje się importu, kupna lub transportu irańskiej ropy naftowej i irańskich produktów ropopochodnych.
Απαγορεύεται η εισαγωγή, η αγορά ή η μεταφορά ιρανικού αργού πετρελαίου και πετρελαιοειδών.
-
διακίνηση
noun feminineNa przykład, że łódź była używana do transportu narkotyków.
Όπως ότι το σκάφος χρησιμοποιούνταν για διακίνηση ναρκωτικών.
-
μεταφορές
nounczynność lub środki przemieszczania się obiektów (osób lub towarów) z miejsca na miejsce
Z zadowoleniem przyjmuje akt prawny regulujący zasady funkcjonowania europejskiej sieci kolejowej, ukierunkowany na konkurencyjny transport towarowy
επικροτεί τη νομοθετική πράξη που ρυθμίζει τον τρόπο λειτουργίας του ευρωπαϊκού σιδηροδρομικού δικτύου για ανταγωνιστικές εμπορευματικές μεταφορές
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- φορτίο
- Μεταφορές
- αποστολή εμπορευμάτων
- μέσο μεταφοράς
- φορτωτική
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " transport " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "transport" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μεταφορά για λογαριασμό τρίτου
-
ασφάλεια επιπέδου μεταφοράς
-
διαστημικές μεταφορές · διαστημική μεταφορά
-
μεταφορά με συρματόσχοινο
-
ενδοκοινοτικές μεταφορές
-
Ευρωπαϊκή Διάσκεψη Υπουργών Μεταφορών
-
συγκοινωνιακό δίκτυο
-
σιδηροδρομικές μεταφορές