Μετάφραση του "uniform" σε Ελληνικά

Οι στολή, Στολή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "uniform" σε Ελληνικά.

uniform noun masculine γραμματική

ujednolicony ubiór wyróżniający członków jakiejś organizacji lub grupy zawodowej;

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • στολή

    noun feminine

    Twoim pierwszym obowiązkiem jest nałożenie uniformu i zrobienie zdjęcia do identyfikatora.

    Για αρχή πρέπει να φορέσεις τη στολή σου και να βγάλεις επαγγελματική φωτογραφία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " uniform " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Uniform
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Στολή

    Uniform nie jest objektem wyrażania indywidualnych kaprysów.

    Η στολή κύριοι δεν είναι στην ευχέρεια του καθενός σας.

Φράσεις παρόμοιες με "uniform" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "uniform" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη