Μετάφραση του "usta" σε Ελληνικά
Οι στόμα, στόμιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "usta" σε Ελληνικά.
usta
noun
p
γραμματική
anat. część ciała służąca głównie do spożywania pokarmów oraz artykulacji głosek; [..]
-
στόμα
noun neuteranat. część ciała służąca głównie do spożywania pokarmów oraz artykulacji głosek; [..]
Kiedy tylko otworzyłeś usta, Tiffany zaczęła mieć wątpliwości.
Mόλις άvοιξες το στόμα σου, η Τίφαvι άρχισε vα αμφιβάλλει για σέvα.
-
στόμιο
noun neuterMam potwierdzenie śladów ust całej czwórki.
Βρήκαν DΝΑ και των τεσσά - ρων στο στόμιο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " usta " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "usta"
Φράσεις παρόμοιες με "usta" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Γωνιακή χειλίτιδα
-
νόσος χεριών, ποδιών και στόματος
-
Αυτόνομος θύλακας της Ουστ-Ορντά Μπουργιατίας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη