Μετάφραση του "wadium" σε Ελληνικά

Το εγγύηση είναι η μετάφραση του "wadium" σε Ελληνικά.

wadium noun neuter γραμματική

praw. kwota wpłacana przed przetargiem jako zabezpieczenie dotrzymania warunków umowy; gwarancja, że oferta nie zostanie zmieniona ani wycofana; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • εγγύηση

    noun feminine

    Instytucja zamawiająca zatrzymuje wadium, jeżeli oferta zostaje wycofana przed podpisaniem umowy.

    Αν η προσφορά αποσυρθεί πριν από την υπογραφή της σύμβασης, η εγγύηση προσφοράς καταπίπτει υπέρ της αναθέτουσας αρχής.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wadium " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wadium" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη