Μετάφραση του "wagina" σε Ελληνικά

Το κόλπος είναι η μετάφραση του "wagina" σε Ελληνικά.

wagina noun feminine

Końcowy odcinek dróg rodnych u kobiet i samic ssaków [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • κόλπος

    noun masculine

    Końcowy odcinek dróg rodnych u kobiet i samic ssaków

    Przy pomocy tego elektronicznego wibratora, spróbuję rozgrzać mechaniczną waginę.

    Με αυτήν την ηλεκτονική βέργα θα τρίβει τον μηχανικό της κόλπο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wagina " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wagina" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη