Μετάφραση του "wampir" σε Ελληνικά

Οι βρικόλακας, βρυκόλακας, βαμπίρ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wampir" σε Ελληνικά.

wampir noun masculine γραμματική

mit. fant. upiór wysysający krew z żyjących; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • βρικόλακας

    noun masculine

    Każdy nowy wampir powinien mieć obowiązek się jej nauczyć.

    Κάθε νέος βρικόλακας θα πρέπει να το μάθει υποχρεωτικά.

  • βρυκόλακας

    noun masculine

    mit. mitologia upiór wysysający krew z żyjących; [..]

    Wątpię, by nawet wiedział, że jego celem był wampir.

    Αμφιβάλλω αν ήξερε καν, ότι ο στόχος του ήταν ένας βρυκόλακας.

  • βαμπίρ

    noun neuter

    Przede wszystkim, śmierć wampira nigdy nie jest przyjemnym widokiem.

    Πρώτα από όλα, όταν ένα βαμπίρ την πατήσει, δεν είναι ποτέ όμορφο θέαμα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • νυκτερίδα
    • Βαμπίρ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wampir " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "wampir"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wampir" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη