Μετάφραση του "warstwa" σε Ελληνικά

Οι στρώμα, στρώση, διάστρωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "warstwa" σε Ελληνικά.

warstwa noun feminine γραμματική

każda z części materii wyraźnie wyodrębniających się w postaci równoległych płaszczyzn [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • στρώμα

    noun neuter

    επιφάνεια ενιαίου υλικού

    Odłamek z oka ofiary miał cztery wyraźne warstwy.

    Το θραύσμα απ'το μάτι του θύματος έχει τέσσερα διακριτά στρώματα.

  • στρώση

    noun feminine

    Górna warstwa ciasta filo nie odstaje od ostatniej warstwy nadzienia.

    Η ανώτερη στρώση φύλλου πρέπει να μην αποσπάται από την τελευταία στρώση γέμισης.

  • διάστρωση

    noun feminine

    Samojezdna maszyna do budowy dróg używana w celu układania warstw materiału budowlanego takiego jak mieszanka bitumiczna, beton i żwir.

    Το κινητό μηχάνημα οδοποιίας που χρησιμοποιείται για την επιφανειακή διάστρωση υλικών, όπως ασφαλτικού μείγματος, σκυροδέματος και αδρανών.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • επίπεδο
    • επίχρισμα
    • επικάλυμμα
    • μεμβράνη
    • στιβάδα
    • υμένιο
    • κοινωνική τάξη
    • τάξη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " warstwa " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Warstwa
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • γεωλογικό υπόστρωμα

Εικόνες με "warstwa"

Φράσεις παρόμοιες με "warstwa" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "warstwa" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη