Μετάφραση του "winegret" σε Ελληνικά

Οι βινεγκρέτ, βινεγκρετ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "winegret" σε Ελληνικά.

winegret noun masculine γραμματική

kulin. sos sałatkowy przygotowany z oliwy i octu (najlepiej winnego) z dodatkiem soli, cukru, musztardy, cytryny i innych przypraw; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • βινεγκρέτ

    Nie da się wyczyścić sosu winegret mokrym ręcznikiem papierowym.

    Δεν μπορείς να βγάλεις τη σάλτσα βινεγκρέτ με βρεγμένη χαρτοπετσέτα.

  • βινεγκρετ

    sos przyrządzany z oliwy i octu

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " winegret " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "winegret"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "winegret" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη