Μετάφραση του "winny" σε Ελληνικά
Οι ένοχος, αξιοκατάκριτος, αξιόμεμπτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "winny" σε Ελληνικά.
winny
adjective
noun
masculine
γραμματική
taki, który jest obarczony winą, będący sprawcą czegoś złego [..]
-
ένοχος
adjective m-ftaki, który jest obarczony winą, będący sprawcą czegoś złego
A potem on zauważył, że ja zauważyłam i wyglądał na winnego.
Και μετά κατάλαβε ότι το παρατήρησα, και έμοιαζε σαν ένοχος.
-
αξιοκατάκριτος
Adjective -
αξιόμεμπτος
Adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " winny " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "winny" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σταφύλι Vitis vinifera
-
σταφύλι Vitis vinifera
-
ένοχος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη