Μετάφραση του "worek" σε Ελληνικά

Οι σάκκος, σακούλα, τσάντα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "worek" σε Ελληνικά.

worek noun masculine γραμματική

miękki, elastyczny pojemnik wykonany z kawałków materiału, folii lub papieru; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • σάκκος

    noun masculine

    Jeśli stosuje się worki do poboru próbki, należy je opróżnić.

    Εάν χρησιμοποιούνται σάκοι δειγματοληψίας, αυτοί πρέπει να εκκενώνονται.

  • σακούλα

    noun feminine

    To krzesło z nałożonym workiem na śmieci wygląda całkiem dobrze.

    Η καρέκλα που είναι σκεπασμένη με την σακούλα σκουπιδιών φαίνεται μια χαρά.

  • τσάντα

    noun

    Elizabeth była w worku przez niecałe dwie minuty.

    Elizabeth ήταν στην τσάντα σώμα για λιγότερο από δύο λεπτά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σάκος
    • σακί
    • τσουβάλι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " worek " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Worek noun masculine
+ Προσθήκη

"Worek" στο λεξικό Πολωνικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Worek στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "worek"

Φράσεις παρόμοιες με "worek" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "worek" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη