Μετάφραση του "wosk" σε Ελληνικά

Οι κερί, κηρός, αυξάνομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wosk" σε Ελληνικά.

wosk noun masculine γραμματική

plastyczna substancja o żółtawym kolorze, łatwo topliwa, nierozpuszczalna w wodzie, używana do produkcji świec, past do obuwia itp., stosowana w przemyśle farmaceutycznym i spożywczym; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • κερί

    noun neuter

    plastyczna substancja o żółtawym kolorze, łatwo topliwa, nierozpuszczalna w wodzie, używana do produkcji świec, past do obuwia itp., stosowana w przemyśle farmaceutycznym i spożywczym; [..]

    Dał mi nawet wosk do samochodu przyjazny dla środowiska.

    Με έπεισε να χρησιμοποιώ οικολογικό κερί για το αυτοκίνητο μου.

  • κηρός

    noun masculine

    Niniejsza metoda stanowi opis procedury analitycznej oznaczania zawartości wosków w oliwie z oliwek.

    Στην παρούσα μέθοδο περιγράφεται διαδικασία προσδιορισμού της περιεκτικότητας των ελαιολάδων σε κηρούς.

  • αυξάνομαι

    Verb verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μελισσοκέρι
    • μελισσόκηρος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wosk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "wosk"

Φράσεις παρόμοιες με "wosk" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wosk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη