Μετάφραση του "Bolsa" σε Ελληνικά
Οι Τσάντα, τσάντα, σακούλα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Bolsa" σε Ελληνικά.
Bolsa
Bolsa (sacola)
-
Τσάντα
Comprei uma nova bolsa.
Αγόρασα μια καινούρια τσάντα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Bolsa " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
bolsa
noun
feminine
γραμματική
Objecto utilizado para transportar dinheiro e pequenos acessórios ou objectos pessoais (especialmente pelas mulheres).
-
τσάντα
nounComprei uma nova bolsa.
Αγόρασα μια καινούρια τσάντα.
-
σακούλα
noun feminineNão falei pra ele sobre o dinheiro na bolsa.
Δεν του είπα για τα χρήματα στη σακούλα.
-
χρηματιστήριο
noun neuterEsta variável inclui todas as acções transaccionadas em bolsas de valores.
Η ανωτέρω μεταβλητή περιλαμβάνει όλες τις μετοχές που είναι εισηγμένες σε χρηματιστήριο.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- τσαντάκι
- πουγγί
- σακκούλι
- σακκουλάκι
- μάρσιπος
- τσουβαλιά
- Χρηματιστήριο Αξιών
- Χρηματιστήριο αξιών
- τσάντα γυναικεία
Εικόνες με "Bolsa"
Φράσεις παρόμοιες με "Bolsa" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
υποτροφία
-
χρηματιστής
-
χρηματιστήριο εμπορευμάτων
-
περιβαλλοντικό χρηματιστήριο
-
χρηματιστηριακή αξία
-
πολιτική αερίων
-
βαλάντιο · θυλάκιο · τσέπη
-
διαμόρφωση τιμών χρηματιστηριακών τίτλων
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη