Μετάφραση του "base" σε Ελληνικά

Οι βάση, θεμέλιο, θεμελίωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "base" σε Ελληνικά.

base noun feminine γραμματική

O fundo ou parte mais baixa.

+ Προσθήκη

Πορτογαλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βάση

    noun feminine

    bases (química)

    Se aplicável, os intervalos de dessulfurização devem também ser considerados com base em dados do fabricante.

    Κατά περίπτωση, εξετάζονται επίσης τα μεσοδιαστήματα αποθείωσης με βάση τα δεδομένα του κατασκευαστή.

  • θεμέλιο

    noun neuter

    Não vais logo directo para um grande gesto romântico enquanto não fizeres o trabalho de base.

    Δε μπαίνεις κατ'ευθείαν με μια μεγάλη ρομαντική χειρονομία, μέχρι να βάλεις τα θεμέλια.

  • θεμελίωση

    noun

    A fundamentação e as bases da decisão impugnada, por conseguinte, contêm vícios substanciais.

    Συνεπώς, η αιτιολογία και η θεμελίωση της προσβαλλομένης αποφάσεως ενέχουν ουσιώδεις πλημμέλειες.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • έδρα
    • υποστήριξη
    • ραχοκοκαλιά
    • Βάση αριθμητικού συστήματος
    • αλκαλική ένωση
    • τοποθετώ στη βάση
    • φον ντε τεν
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " base " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Base
+ Προσθήκη

Πορτογαλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Βάση

    - Base técnica sólida para a demonstração da segurança da eliminação de resíduos altamente radioactivos em formações geológicas;

    - Σωστή τεχνική βάση για την επίδειξη της ασφάλειας της διάθεσης αποβλήτων υψηλής ραδιενέργειας σε γεωλογικούς σχηματισμούς.

  • Βασική

    Variável-base — Nenhum valor em falta — Nenhuma imputação

    Βασική μεταβλητή — Δεν επιτρέπονται ελλείπουσες τιμές ούτε κατά τεκμήριο υπολογισμοί

  • Οικία

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Αρχική
    • Αρχική σελίδα
    • Κεντρική

Φράσεις παρόμοιες με "base" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "base" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη